Παρασκευή, Μαΐου 19, 2017

Η «Συνάντηση της Γαστούνης»

και οι πρώτες κινήσεις πολιτικής χειραφέτησης

Ο Δημήτριος Γούναρης, ο οποίος όπως προελέχθη παρ’ ότι συνεμορφώθη εν τέλει με τη στάση του «παλαιού» πολιτικού κόσμου, είχε διαφωνήσει με την απόφαση της αποχής από τις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910, μετά από αυτές και το νέο πολιτικό τοπίο που διαμόρφωνε στη χώρα η διαφαινόμενη διαρκής ισχυροποίηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, θεώρησε πως ήταν πλέον ο κατάλληλος χρόνος να προχωρήσει στις ενέργειες εκείνες που θα του επέτρεπαν να διερευνήσει τη δυνατότητα να καταστήσει διακριτή την αυτόνομη πολιτική του παρουσία, προχωρώντας στη δημιουργία μιας νέας πολιτικής κίνησης, η οποία να εκφράζει αυθεντικά τις ριζοσπαστικές πολιτικές του θέσεις. Θέλοντας να σχεδιάσει προσεκτικά τα νέα βήματά του, χωρίς τους περισπασμούς που θα συνεπαγόταν η παρουσία του στην πρωτεύουσα, επέστρεψε για ένα διάστημα στην Πάτρα, όπου έθεσε ξανά σε λειτουργία το δικηγορικό του γραφείο, και παράλληλα με την ενασχόλησή του με τη δικηγορία βολιδοσκοπούσε πολιτικούς φίλους και συνεργάτες εξετάζοντας μαζί τους τις επόμενες πολιτικές τους κινήσεις. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα της απουσίας του από την Αθήνα, πολλές αθηναϊκές αλλά και επαρχιακές εφημερίδες, με άρθρα και δημοσιεύματά τους, προέτρεπαν τον Γούναρη να αναλάβει πολιτικές πρωτοβουλίες και να εκφράσει το ρεύμα εκείνο της κοινής γνώμης, το οποίο διαφωνούσε με την πολιτική και τους χειρισμούς της κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Έτσι, αφού, ο Δημήτριος Γούναρης προέβη στις αναγκαίες προπαρασκευαστικές
κινήσεις και διακρίβωσε την ύπαρξη μιας ισχυρής ανταπόκρισης των θέσεών του σε
σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης προχώρησε στην πραγματοποίηση στις 25 Δεκεμβρίου 1911, στο σπίτι του φίλου του πολιτευτή Ιωάννη Σισίνη, στη Γαστούνη της Ηλείας, της περίφημης ομώνυμης συνάντησης, στην οποία πλην του ίδιου και του οικοδεσπότη έλαβαν μέρος και άλλοι νέοι τότε πολιτευόμενοι, όπως ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, ο Παναγής Τσαλδάρης, ο Σπυρίδων Στάης, κλπ. Απότοκος αυτής της συνάντησης υπήρξε η δημιουργία ενός πυρήνα νέων πολιτευόμενων υπό το Δημήτριο Γούναρη, που με ξεκάθαρες ιδεολογικοπολιτικές αρχές και με σαφώς ιεραρχημένες προτεραιότητες πολιτικής στόχευσης, αποτέλεσε το πρόπλασμα για τη δημιουργία λίγα χρόνια αργότερα, και όταν πια κρίθηκε ότι οι πολιτικές συνθήκες είχαν ωρισμάσει, του «Κόμματος των Εθνικοφρόνων».

Η «συνάντηση της Γαστούνης», παρά τις προσπάθειες του Γούναρη και των

συνεργατών του να κρατηθεί μυστική, τελικά διέρρευσε στον τύπο της εποχής, προκαλώντας τεράστιο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Σε μια απόπειρα να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και να αποτρέψει την άκαιρη δημοσιοποίηση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί στη Γαστούνη για τη δημιουργία μιας υπό αυτόν πολιτικής κίνησης, ο Δημήτριος Γούναρης λίγες ημέρες μετά την πραγματοποίησή της, με συνέντευξή του στον Νεολόγο των Πατρών, επιχείρησε να διαψεύσει τα σχετικά σενάρια και να μετατοπίσει τη συζήτηση στο θεωρητικό ζήτημα του πως πρέπει να δημιουργούνται τα σύγχρονα κόμματα αρχών. Το πλήρες κείμενο αυτής της ιστορικής συνέντευξης, που δημοσιεύθηκε στο φύλλο της εφημερίδας των Πατρών της 3ης Ιανουαρίου 1912, έχει ως ακολούθως: «Η συνάντησις εν Γαστούνη έδωσεν αφορμήν εις πλείστα σχόλια, πολλαί δε διαδόσεις ποικίλης μορφής εκυκλοφόρησαν, αίτινες ηνάγκασαν ημάς ν’ απευθυνθώμεν προς τον κ. Γούναρην. Ο επιφανής πολιτευτής απήντησεν εις σχετικήν ερώτησίν μας ως εξής:

«Η συνάντησις εν Γαστούνη έδωσεν αφορμήν εις πλείστα σχόλια, πολλαί δε διαδόσεις ποικίλης μορφής εκυκλοφόρησαν, αίτινες ηνάγκασαν ημάς ν’ απευθυνθώμεν προς τον κ. Γούναρην. Ο επιφανής πολιτευτής απήντησεν εις σχετικήν ερώτησίν μας ως εξής:
- Παρακαλώ να διαψεύσητε και πάλιν όσα σχετικά προς το ζήτημα τούτο εγράφησαν. Όπως και προ ημερών εδήλωσα, επαναλαμβάνω και ήδη, η εις Γαστούνην εκδρομή δεν είχεν απολύτως καμμίαν πολιτικήν έννοιαν. Ήτο απλούστατα φιλική επίσκεψις και ουδέν πλέον.
Απορώ δε πως εγένετο τόσος λόγος περί πράγματος τόσον απλού.
- Τα λεγόμενα περί νέου κόμματος υπό την υμετέραν αρχηγίαν είναι βάσιμα;
- Τα περί νέου κόμματος, και αρχηγού και οπαδών είναι όλα ανυπόστατα. Ούτε εγώ
απεφάσισα να γίνω αρχηγός ούτε κανείς άλλος απεφάσισε να γίνη οπαδός μου. Όλα αυτά είναι διαδόσεις ουδεμίαν έχουσαι σχέσιν με την πραγματικότητα.
Το επ’ εμοί μάλιστα δεν δυσκολεύομαι να σας είπω ότι και αν παρουσιάζετο περίπτωσις να σκεφθώ περί τοιούτου ζητήματος, θα είχον ιδέας πολύ διαφόρους από εκείνας, αι οποίαι τίθενται ως βάσις εις τας διαδόσεις. Κατά την γνώμην μου, τα κόμματα δεν πρέπει να δημιουργούνται διά της ανακηρύξεως του Α ή του Β ως αρχηγού, όστις να εργασθή προς άγραν οπαδών. Αδιάφορον αν η ανακήρυξις γίνεται άνωθεν ή από κύκλον τινά πολιτευομένων. Αι ούτω δημιουργούμεναι ομάδες δεν είναι κόμματα. Είναι φατρίαι, ουδέν καλόν δυνάμεναι ν’ απεργασθώσιν εις τον τόπον. Τοιαύται ομάδες από της συστάσεώς των φέρουσι χαρακτήρα προσωπικόν ανταποκρινόμενον εις βλέψεις των συστησάντων αυτάς. Εκ της τοιαύτης δε συγκροτήσεως αυτών ουχί σπανίως κατά μοιραίαν ανάγκην επακολουθεί η ανάλωσις μεγίστου μέρους της δυνάμεώς των εις εξυπηρέτησιν των προσωπικών βλέψεων, αι οποίαι ήγαγον εις την συγκρότησίν των. Τα πολιτικά κόμματα κατά την γνώμην μου, δεν πρέπει να συνιστώνται ως ομάδες των θελόντων να πολιτευθώσιν. Η διαδικασία της δημιουργίας αυτών δέον να είναι η αντίστροφος. Πρέπει να αρχίζουν από ομάδας λαϊκάς, καθοριζούσας τους αξίζοντας να πολιτευθώσιν, ήτοι τους ικανούς να εκπροσωπήσωσι τας λαϊκάς ανάγκας και να προασπίσωσι τα λαϊκά συμφέροντα. Οι ούτω εκλεγέντες και αντιπροσωπεύοντες τας λαϊκάς ανάγκας και τα λαϊκά συμφέροντα, εξ ων εφωρμήσθησαν οι εκλέξαντες αυτούς, εργαζόμενοι προς πραγματοποίησιν της αποστολής των, εφ’ όσον συναντώνται εις κοινούς σκοπούς και κοινάς σκέψεις περί των μέσων της επιτεύξεως αυτού, άγονται κατ’ ανάγκην εις συνεργασίαν.

Οργανούμενοι δε προς πραγματοποίησιν ταύτης αποτελούσιν αληθές κόμμα, το οποίον συνδετικόν δεσμόν έχον τους κοινούς σκοπούς και τα κοινά ασπαστά μέσα της επιτεύξεως αυτών, είναι απηλλαγμένον εν τη ομαδική αυτού υποστάσει πάσης προσωπικής βλέψεως.  Εν τη παγιουμένη και οργανουμένη ούτω συνεργασία, έκαστος, συντρέχων το καθ’ εαυτόν, καταλαμβάνει την θέσιν, την οποίαν η υπ’ αυτού συνεισφερομένη προς τον κοινόν σκοπόν εργασία καθορίζει. Εν τοιαύτη οργανώσει και αυτή ακόμη η προς ανάδειξιν φυσική και εύλογος τάσις εκάστου των συνεργαζομένων –το αναπόφευκτον τούτο προσωπικόν στοιχείον εν πάση ανθρωπίνη ενεργεία- εκδηλούται ως ευγενής άμιλλα προς όσον ένεστι μείζονα υπέρ του κοινού σκοπού συμβολήν, ασφαλίζουσα εις τον πληρέστερον συντελούντα επί το έργον και μάλλον υπέροχον θέσιν εν τη συνεργαζομένη ομάδι.
 
Αυτή είναι η γνώμη μου περί της διαδικασίας, καθ’ ην πρέπει να δημιουργούνται τα
κόμματα, ίνα ώσι πράγματι εξυπηρετικά των αναγκών του τόπου και όργανα της προόδου αυτού, διά της εξασφαλίσεως της υγιούς λειτουργίας του πολιτεύματος εκείνου, το οποίον δύναται υπέρ παν άλλο να συντελέση εις την αληθή προαγωγήν πάσης κοινωνίας, εχούσης την ευτυχίαν να κατορθώση να προσαρμοσθή εις αυτό, του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Πάσα απόκλισις από της διαδικασίας ταύτης εν τη γενέσει πολιτικής τινος ομάδος μειοί αναλόγως την χρησιμότητα αυτής. Είναι ενδεχόμενον ωρισμέναι ιστορικαί συνθήκαι να καθιστώσι κατά τινα εποχήν αναγκαίαν την κατ’ άλλον τρόπον ενέργειαν. 

Τούτο ιδίως συμβαίνει κατά την αρχήν της εισαγωγής του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος εν τινι χώρα, ότε ενδέχεται ο λαός να είναι απαράσκευος εις συγκρότησιν κομμάτων κατά τοιούτον τρόπον, υφίσταται δε ακόμη την επίδρασιν του προηγουμένου καθεστώτος και των υπό το κράτος αυτού δημιουργηθεισών επιρροών. Η ανάγκη της υπάρξεως των κομμάτων διά την λειτουργίαν του πολιτεύματος άγει τότε εις την αποδοχήν παντός δυνατού τρόπου της συγκροτήσεως αυτών, οιος δήποτεκαι αν είναι ούτος. Η παρατήρησις αύτη δικαιολογεί βεβαίως τα κατά τας εποχάς εκείνας δημιουργηθέντα κόμματα, και απαλλάττει αυτά πάσης μομφής διά τον τρόπον της συστάσεώς των, τον οποίον μάλιστα φυσικόν είναι η κατόπιν εξέλιξις, η ανάλογος προς την πρόοδον των πολιτικών ηθών, να κατέστησεν απλήν ιστορικήν ανάμνησιν. Δεν πιστεύω όμως να φρονή κανείς ότι σήμερον ευρισκόμεθα εις τοιαύτην ανάγκην, ώστε να επιτρέπηται συγκρότησις κόμματος κατά τοιούτον τρόπον. Τοιούτόν τι σήμερον ουδένα άλλον θα είχε σκοπόν παρά την ικανοποίησιν προσωπικής φιλοδοξίας, η οποία ορθότερον θα εχαρακτηρίζετο ματαιότης, της οποίας κολακεύομαι να θεωρώ εμαυτόν απηλλαγμένον.»



Η συνέντευξή του αυτή, υπόδειγμα μιας σύγχρονης αντίληψης για τη δημιουργία
δημοκρατικών πολιτικών κομμάτων και την υπέρβαση του παλαιοκομματικού παρελθόντος, ωστόσο, αντί να κατασιγάσει το δημοσιογραφικό θόρυβο, τροφοδότησε ένα νέο γύρο δημοσιευμάτων αναφορικά με τις προθέσεις του να προχωρήσει στη δημιουργία νέου πολιτικού κόμματος. Έτσι, η Ακρόπολις σχολιάζοντας τη συνέντευξη του Γούναρη στον Νεολόγο, στο φύλλο της 5ης Ιανουαρίου 1912, επεσήμαινε:
«Εκείνο το οποίον εβγήκεν από τας δηλώσεις του κ. Δ. Γούναρη είναι καθ’ ημάς αυτά. Το αποδειχθέν ότι μετά τον κ. Βενιζέλον ο ανήρ προς όν αποβλέπει η ανεπτυγμένη κοινή γνώμη είναι ο Γούναρης. Τα άλλα ματαιοσχολία».

Επανερχόμενη η Ακρόπολις στο ίδιο ζήτημα, με κύριο άρθρο της στο φύλλο της 9ης
Ιανουαρίου 1912, σημείωνε επικεντρώνοντας το σχολιασμό της στην απόφαση του Γούναρηνα αυτονομηθεί από το «θεοτοκικό κόμμα» τα εξής:
«Ο κ. Γούναρης όμως αντί της αντιπροεδρείας φαίνεται ότι προτιμά την προεδρείαν. Και το πράγμα ήτο φυσικώτατο. Νέος άνθρωπος, ασυγκρίτως υπερτέρας διανοητικής μορφώσεως από τον Γεώργ. Θεοτόκην, διαφορετικά αντιλαμβανόμενος την πολιτικήν από τον τέως Αρχηγόν του, αισιόδοξος αυτός ενώ εκείνος ήτο απαισιόδοξος, ρήτωρ αυτός μεγάλης εντάσεως, ενώ εκείνος ήτο πάντοτε ρήτωρ υποτονικός, αποβλέπων αυτός εις τας μεγάλας μάζας του λαού, ενώ εκείνος εκ φύσεως και εκ περιβάλλοντος ήτο κεκηρυγμένος ολιγαρχικός ... Πως ηδύνατο υπό το κράτος και το βάρος τοιούτων αντιθέσεων να είναι ο υπεροχώτερος ακόλουθος και ο υποδεέστερος αρχηγός;».

Παρ’ όλες, όμως, αυτές τις δημοσιογραφικές εικοτολογίες και τις προτροπές, ο
Δημήτριος Γούναρης αντιμετώπιζε το ζήτημα της άμεσης ίδρυσης νέου κόμματος, υπό την ηγεσία του, με μεγάλη περίσκεψη και προσοχή. Ήθελε ένα τέτοιο εγχείρημα να πραγματοποιηθεί υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες. Και είχε, βέβαια, από καιρό
διακριβώσει πως η συμπόρευσή του με τον «παλαιό» πολιτικό κόσμο, του στερούσε τη δυνατότητα να αναπτύξει τις πολιτικές πρωτοβουλίες που εκείνος θεωρούσε ως αναγκαίες και να εκφράσει το ριζοσπαστικό πολιτικό του λόγο και το εκσυγχρονιστικό κοινωνικοοικονομικό αιτηματολόγιό του. Ταυτόχρονα, όμως, εκτιμούσε ότι μια άκαιρη κίνηση αυτονόμησης, χωρίς να συντρέχουν γι’ αυτήν οι κατάλληλες ευνοϊκές προϋποθέσεις, θα μπορούσε αντί να συμβάλει στο ξεπέρασμα της πολιτικής κακοδαιμονίας που κατέτρυχε τη χώρα, να συντελέσει στη διαιώνισή της. Γιατί για τον Γούναρη, η δημιουργία ενός νέου κόμματος θα είχε λόγο να πραγματοποιηθεί, μόνο εφ’ όσον εκείνο θα μπορούσε - εκφράζοντας ένα πλειοψηφικό ρεύμα στην ελληνική κοινωνία - να αποτελέσει το όχημα για την υλοποίηση των ριζικών αλλαγών, που είχε ανάγκη ο τόπος και όχι απλώς για να φέρει τον ιδρυτή του και τα όποια στελέχη του στην εξουσία, με μόνη επιδίωξη την ικανοποίηση των φιλοδοξιών τους και τη νομή των «παραφερναλίων» της.
Έτσι για να μην μένει καμία αμφιβολία στην κοινή γνώμη για τα άμεσα πολιτικά του σχέδια της περιόδου εκείνης, ο Δημήτριος Γούναρης επιχείρησε με μια σειρά συνεντεύξεων, που παραχώρησε στον δημοσιογράφο Αρίστο Καμπάνη και δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα των Αθηνών Ακρόπολις, στις 14, 15, 16, 17 και 18 Μαρτίου 1912, να ξεκαθαρίσει τις θέσεις του, απαντώντας σε όλα τα ερωτήματα που φορτικά εκείνο τον καιρό του ετίθεντο.
Αναφερόμενος, λοιπόν, στο ζήτημα των προϋποθέσεων που εκείνος θεωρούσε απαραίτητες για την ίδρυση νέου κόμματος, σημείωνε στη συνέντευξή του της 17ης Μαρτίου, για να τεκμηριώσει ότι σε εκείνη τη συγκυρία παρά τις όποιες ενστάσεις του για τον «παλαιό» πολιτικό κόσμο δεν την έκρινε αναγκαία:

«Προγραμματικαί διαιρέσεις δημιουργούν εδώ τα κόμματα. Διαφωνίαι εις τον τρόπον της Διοικήσεως.
Τα κόμματα πρέπει εδώ ν’ αμιλλώνται ποίον θα προτείνη και θα επιβάλη τα καλύτερα μέτρα προς βελτίωσιν του στρατού, του στόλου, της συγκοινωνίας των οικονομικών, της παιδείας, της Δικαιοσύνης.
Εις τα θεμελιώδη υπάρχει συμφωνία. Εφ’ όσον δεν υπάρχει διαφωνία εις τα θεμελιώδη, θέλετε να την δημιουργήσωμεν; Εφ’ όσον δεν υπάρχουν εις μεγάλον βαθμόν αντικρουόμενα συμφέροντα ομάδων και ομάδων, πως θέλετε να υπάρξουν κόμματα αντιπροσωπευτικά των ομάδων αυτών;».

Ενώ, τοποθετούμενος επί του ζητήματος της στάσης του απέναντι στην κυβέρνηση Βενιζέλου, με αφορμή φήμες που είχαν τεθεί σε κυκλοφορία ότι ήταν διατεθειμένος να ακολουθήσει μια ηπιότερη γραμμή απέναντί της, για να μη χάσει προσωπικές ψήφους στην περιφέρειά του από ψηφοφόρους, που ενώ ήταν πρόθυμοι να ψηφίσουν τον ίδιο, ταυτόχρονα δεν ήταν αρνητικοί και απέναντι στο «βενιζελισμό», τόνισε στη συνέντευξή του της 18ης Μαρτίου 1912:

«Ειπήτε εις όσους σας λέγουν αυτά τα πράγματα, ότι εγώ δεν εννοώ να κρυφθώ οπίσω από τον δάκτυλόν μου. 
Εγώ είμαι αντιπολιτευόμενος. Εγώ δεν φρονώ ότι διά της πολιτικής του κ. Βενιζέλου σώζεται το Κράτος. Διαφωνώ σχεδόν θεμελιωδώς προς αυτόν. Αν εκλεγώ και μεταβώ εις την Βουλήν, θ’ αντιπολιτευθώ την Κυβέρνησιν.
Όθεν οι μέλλοντες να με ψηφίσουν διά να έχη η ψήφος των πολιτικήν σημασίαν, θα με ψηφίσουν ως αντιπολιτευόμενον. Όχι διότι τους αρέσει το γένι μου ή το πρόσωπόν μου.
Ψήφοι προσωπικής συμπαθείας, είνε ψήφοι άνευ πολιτικής εννοίας, ψήφοι πολιτών ανοήτως διαχειριζομένων τα πολιτικά των δικαιώματα. Τοιαύτας ψήφους, κύριοι, δεν τας χρειάζομαι».

Διαρκούσης, όμως, της δημόσιας συζήτησης αναφορικά με τα σχέδια του Δημητρίου Γούναρη να προχωρήσει στην ίδρυση ενός νέου πολιτικού κόμματος και ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να τηρεί διακριτικούς τόνους ώστε να πετύχει την αποσυμπίεση των προς αυτόν ασκουμένων πιέσεων, αποφεύγοντας παράλληλα οποιαδήποτε δέσμευση για τον χρονικό προσδιορισμό της εκδήλωσης των όποιων πολιτικών πρωτοβουλιών του προς την κατεύθυνση αυτή, οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα επιταχύνθηκαν ιλιγγιωδώς. Η κυβέρνηση Βενιζέλου, παράλληλα με την προώθηση των νομοθετημάτων, που έκρινε ως επείγοντος χαρακτήρα, προκειμένου να αναδείξουν το νέο διακριτό πολιτικό στίγμα το οποίο ήθελε να εκπέμψει προς την κοινή γνώμη, προχώρησε στην υλοποίηση με γοργό ρυθμό του ομολογουμένως δημιουργικού της έργου της σύνταξης και ψήφισης του νέου αναθεωρημένου Συντάγματος…


Πηγή: Κεφάλαιο 2.5 ''Η «Συνάντηση της Γαστούνης» και οι πρώτες κινήσεις πολιτικής χειραφέτησης'' από το βιβλίο  ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ, Πολιτική Βιογραφία. Ν.Νικολόπουλος.
πιθανές επισημάνσεις/οπτικοακουστικές προσθήκες politicologio/www